04-17-2026 19:21
Πολιτισμός
- Κατηγορία: Κέρκυρα
Οι Χαιρετισμοί των επιθυμιών

Γράφει ο Μάκης Αρμένης*
Κάθε Παρασκευή της Σαρακοστής, όταν στις εκκλησίες ψάλλονται οι Χαιρετισμοί, επιστρέφει μια παλιά διαπίστωση, η απαγόρευση είναι το πιο αποτελεσματικό αφροδισιακό της ανθρώπινης φύσης. Όσο πιο αυστηρά υψώνεται το «μη», τόσο πιο επίμονα το βλέμμα ψάχνει εκεί όπου δεν επιτρέπεται.
Το σκέφτηκα ξανά πριν χρόνια, διαβάζοντας, το κείμενο με τίτλο «άκρως σεξιστικό», του Οδυσσέα Ιωάννου. Το διάβασα με εκείνη τη μυστική ανακούφιση που νιώθεις όταν κάποιος άλλος γράφει αυτό που έχεις ήδη ζήσει. Γιατί πολύ πριν από αυτό είχα γράψει τη «Μεγάλη Παρασκευή των παθών και του πάθους». Δύο διαφορετικές φωνές που συναντιούνται, χωρίς να το γνωρίζουν, στο ίδιο προαύλιο εκκλησίας. Εκεί όπου η κατάνυξη συναντά την άνοιξη με τρόπο επικίνδυνο.
Στους Χαιρετισμούς, παιδί ακόμη, χανόμουν συχνά από το χέρι της μητέρας μου. Περιπλανιόμουν ανάμεσα στους ανθρώπους, μέσα σε ψιθύρους και μυρωδιές λιβανιού, ώσπου το βλέμμα μου σταματούσε πάντα στο ίδιο πράγμα. Σε κάποιο φόρεμα που άνοιγε λίγο περισσότερο από όσο επέτρεπε η περίσταση.
Ο Μάρτης είχε ήδη μαλακώσει τον αέρα. Τα πρώτα ντεκολτέ εμφανίζονταν με εκείνη τη δειλή αθωότητα που κρύβει μέσα της όλη την υπόσχεση της άνοιξης. Άσπρα μπράτσα, λαιμοί σαν τρεχούμενα νερά, γάμπες σφιγμένες από τη γόβα. Μικρές λεπτομέρειες που μπορούσαν να αποσπάσουν ακόμη και έναν άγιο από τη σκέψη του.
Η εκκλησία έψελνε για το θείο πάθος. Κι εγώ, ένας καλοντυμένος πιτσιρικάς με μάτια βουλιμικά, ανακάλυπτα σιγά σιγά το άλλο πάθος, εκείνο που γεννιέται αθόρυβα μέσα στο σώμα.
Θυμάμαι μια Μεγάλη Παρασκευή των παιδικών μου χρόνων. Το «Ω γλυκύ μου έαρ» κυλούσε σαν μέλι μέσα στη σιωπή. Αν υπήρχε τότε ένα τζουκ μποξ που να παίζει εκείνο το τροπάριο, θα ξόδευα όλο το χαρτζιλίκι μου για να το ακούω ξανά και ξανά, μόνο και μόνο για να περιφέρομαι μέσα σε εκείνη τη γλυκιά ζάλη της άνοιξης και της πρώτης επιθυμίας.
Στον Επιτάφιο το φως του κεριού έκανε πάντα το ίδιο παράξενο παιχνίδι. Τα μάτια άναβαν και έσβηναν, τα χείλη λαμπύριζαν στιγμιαία, τα μαλλιά γίνονταν μικρές φλόγες μέσα στο σκοτάδι. Και τα κορίτσια συνοψίζονταν σε αυτό που πραγματικά είναι, μια αέναη εναλλαγή φωτός και σκιάς, υποσχέσεων και ηδονών που ακόμη δεν έχουν συμβεί.
Κάπου εκεί θυμάμαι πάντα και εκείνη τη σκανδαλιστική εικόνα του κειμένου του Ιωάννου, έναν μικρό Χριστούλη χαμένο μέσα σε ένα βαθύ ντεκολτέ, σαν να ζητά να τον κατεβάσουν για λίγο από τον σταυρό του.
Ίσως γιατί ακόμη και οι Θεοί γνωρίζουν κάτι που οι άνθρωποι παριστάνουν ότι ξεχνούν.
Ότι την ώρα που ψάλλεται το «Ω γλυκύ μου έαρ», η καρδιά δεν πενθεί μόνο.
Μερικές φορές, μέσα στην ίδια ανάσα της προσευχής, αρχίζει και να ερωτεύεται.
Και έτσι, κάθε χρόνο στους Χαιρετισμούς, συμβαίνει το ίδιο μικρό θαύμα.
Η εκκλησία μιλά για σταυρούς και θυσίες. Κι όμως, κάπου εκεί ανάμεσα στο λιβάνι και στα κεριά που τρεμοπαίζουν, η άνοιξη κάνει πάντα τη δική της λειτουργία. Και τότε καταλαβαίνεις κάτι απλό. Ότι ακόμη και μπροστά στον σταυρό, ο άνθρωπος θα βρει πάντα τον τρόπο να κοιτάξει λίγο πιο κάτω.
Και πως ακόμη και μέσα στη σιωπή των Χαιρετισμών, κάπου βαθιά μέσα του, ψάλλεται μια άλλη λειτουργία.
Η λειτουργία της άνοιξης. Και της επιθυμίας.
*Ο Μάκης Αρμένης είναι δημοσιογράφος - Το κείμενο από την προσωπική του σελίδα στο FACEBOOK
Σας ρωτάω ξανά. Άλλαξε κάτι;
Γράφει ο Μάκης Αρμένης* Σας ρωτάω ξανά. Άλλαξε κάτι; Θα το ξαναγράψω. Και του χρόνου το ίδιο. Και κάθε χρόνο, όσο η πραγματικότητα επιμένει να με διαψεύδει. Σας ρωτάω, άλλαξε...