04-18-2026 9:03
Κέρκυρα
- Κατηγορία: Κέρκυρα
Η μαρέντα
Η ΜΑΡΕΝΤΑ

Γράφει ο Γιώργος Καγκουρίδης
- Πάει κι αυτό το καλοκαίρι. Το φάαμε; Μας έφαε;
- Ακόμα κρατάει. Και μετά τη φθινοπωρινή ισημερία τεγειώνει.
- Το καλοκαίρι τεγειώνει όταν αρχίζουνε τα σκογειά. Νόμος! Και κάθε κατεργάρης στο μπάγκο του.
- Φοβάσαι μη ξαναπάς σκογειό;
- Ορέ, θυμάμαι που σε κάθε διάλειμμα το τι πείνα μ’ έτρωε... Όλο πεινούσα.
- Δεν έπαιρνες μαρέντα;
- Πώς, πώς, πάντα μούβανε. Τσι πιο πολλές φορές ψωμί με λάδι και ζάχαρη και στη χάση και στη φέξη με βούτυρο. Μία φέτα. Τότες δεν ηξέραμε από σάντουϊτς. Ερχόντανε και κείνος κει με το καροτσάκι με το σάμαλι, πώς τόνε λέγανε; τόνε ξέχασα, αυτός με το πηλίκιο το άσπρο και τη ρόμπα την άσπρη και το καροτσάκι, εκατάλαβες για ποιόνε σου λέω; κι άμα είχες αγόραζες σάμαλι ή σου βούτουνε ένα ψωμάκι στο μέλι από το σάμαλι.
- Ναι, ήτανε ένα καρότσι με δυο ρόδες που από πίσω του είχε ποδήλατο και πήγαινε από σκογειό σε σκογειό. Μωρέ πώς τόνε λέανε;
- Μια φορά ασκώθηκα για το σκογειό κι η μάνα μου δεν είχε ξυπνήσει. Θα τήνε πλάκωσε το πάπλωμα, η νόνα έλειπε, οι άντρες από νωρίς στη δουγειά, έφυγα σα το μόρτο γάτο να μη πιω το γάλα με τη πέτσα. Αυτή εβουρλίστηκε. Έφυγε το παιδί χωρίς μαρέντα; Τι θα φάει; Ήμουνε και σα το σκουδί. Ο πατέρας μου μ’ έλεε απ’ τα κόκκαλα βγαρμένη. Στο δεύτερο διάλειμμα την άκουσα να με φωνάζει από το πύργο του Οβρέϊκου και του Ζ΄ Δημοτικού. Γιώργόοο… Έτρεξα και σκαρφάλωσα σα το τσίτο. Μούδωκε τη μαρέντα μου. Τι πράμα ήταν’ αυτό; Φρατζόλα γωνία που έκαιγε από του Πετρόπουλου κι ένα μεγάλο κομμάτι τυρί κίτρινο που έσταζε το βούτυρό του. Πρώτη μου φορά έτρωα τέτοιο τυρί. Υπέροχο. Τα άλλα με διπλαρώσανε. Δώκε μου λίγο… Η κουκούλα και το τυρί εξαφανιστήκανε. Το μεσημέρι τήνε ρώτησα.
- Μάμα τι τυρί ήταν’ αυτό;
- Κασέρι από του Τριβυζά.
- Πολύ ωραίο.
Σήμερα τέτοιο τυρί δε βρίσκεις. Πρώτ’ απ’ όλα έκλεισε ο Τριβυζάς. Κασέρι που πήρα κλεισμένο αεροστεγώς σε πλαστική συσκευασία, καμία σκέση. Σα πατάτα είναι. Ενώ από του Τριβυζά…
Αυτές ήτανε μαρέντες.
Σας ρωτάω ξανά. Άλλαξε κάτι;
Γράφει ο Μάκης Αρμένης* Σας ρωτάω ξανά. Άλλαξε κάτι; Θα το ξαναγράψω. Και του χρόνου το ίδιο. Και κάθε χρόνο, όσο η πραγματικότητα επιμένει να με διαψεύδει. Σας ρωτάω, άλλαξε...